Σε προγενέστερο άρθρο είχα εκτυλίξει κάποιους προβληματισμούς για το αποτέλεσμα της Επαναστάσεως του '21, κυρίως κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί ανάλογο της τότε δυναμικής του Ελληνισμού και των προεπαναστατικών σχεδιασμών και οραμάτων.
Ιστολόγιο γνώμης & αναλύσεων του Κων/νου Α. Καραγιαννίδη
Το τρίγραμμα ΚΑΚ είναι τα αρχικά μου.
Οι "ΚΑΚ-ίες" έχουν διττή σημασία.
Αφ' ενός υποδηλώνουν πως πρόκειται για τις προσωπικές μου απόψεις, επί θεμάτων που με απασχολούν.
Αφ' ετέρου σηματοδοτούν τον χαρακτήρα των επισημάνσεών μου, που δεν επιθυμώ να είναι ευχάριστες και δημοφιλείς, αλλά ενοχλητικές, όπως η αλογόμυγα του Σωκράτους, ώστε να διεγείρουν την κριτική σκέψη των αναγνωστών.
Σταχυολόγηση αποσπασμάτων διαχρονικής σοφίας από το έργο του σπουδαίου Αθηναίου.
Σε προγενέστερο άρθρο είχα εκτυλίξει κάποιους προβληματισμούς για το αποτέλεσμα της Επαναστάσεως του '21, κυρίως κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί ανάλογο της τότε δυναμικής του Ελληνισμού και των προεπαναστατικών σχεδιασμών και οραμάτων.
Διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Ευαγγέλου Κοροβίνη για το ιδιάζον πολιτικό καθεστώς της Κίνας, υπό το πρίσμα της εξελίξεως των θεωριών του Engels και του Marx (με εκτενή εισαγωγή σε αυτές).
Επί του πρακτέου, καταλήγει σε μια "προκλητική" θέση, ότι ένα ανελεύθερο καθεστώς, όπως της Κίνας, αλλά με έμφαση στην αξιοκρατική επιλογή των στελεχών του κρατικού μηχανισμού, μπορεί να είναι καλύτερος υπερασπιστής των συμφερόντων του συνόλου, από ένα αντιπροσωπευτικό "δυτικού" τύπου, όπου η παρέμβαση των ισχυρών του πλούτου και των ΜΜΕ μπορεί να το εκφυλίσει σε "ολιγαρχία του πλούτου".
Η εν γένει συλλογιστική παραπέμπει ευθέως στην θεωρία του Αριστοτέλους περί "ορθών" και "ημαρτημένων" εκδοχών ενός πολιτεύματος ["Πολιτικά", Βιβλίο Γ΄, 1279α17-1279β10], κατά την οποία ένα πολίτευμα κρίνεται όχι βάσει των εξωτερικών γνωρισμάτων του (ποιός ασκεί εξουσία), αλλά της πρακτικής εφαρμογής του (πώς και υπέρ ποίου ασκείται η εξουσία). [1]
Το προσφάτως προβληθέν ντοκυμανταίρ του Αλέξη Παπαχελά, "Σκοτεινή δεκαετία, 1964-1974" (σε συνέχεια του ιδίας θεματολογίας βιβλίου του, "Ένα σκοτεινό δωμάτιο"), αναθέρμανε πολλές συζητήσεις για τα γεγονότα του 1974, τόσο ως προς την Κύπρο, όσο και ως προς την μεταπολίτευση στην Ελλάδα.
Σε ανάλογες συζητήσεις, το ερώτημα που δεσπόζει και προηγείται όλων των άλλων, αφορά τον ρόλο των ΗΠΑ και αν αυτές συνέδραμαν την Τουρκία στην εισβολή της στην Κύπρο.
Θα επιχειρήσω να δώσω μια περιεκτική ερμηνεία των γεγονότων, όχι τόσο βασισμένη σε ειδικά στοιχεία (τα οποία ολοένα αναφύονται, αλλά πάντοτε παραμένουν ανεπαρκή), όσο στις γενικές επιδιώξεις κάθε εμπλεκομένου και στην κοινή λογική.
Με αφορμή την συμπλήρωση πεντηκονταετίας από τα γεγονότα του 1974, στην Κύπρο, ο δικηγόρος Γεώργιος Τσουκαλάς δημοσιοποίησε τις σκέψεις του, με δύο άρθρα στο ιστολόγιο "ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ", στις 20/07/2024 και 14/08/2024.
Διαφωνώντας στην προσέγγισή του, κατέθεσα τις ενστάσεις μου ως σχόλια στο 2ο άρθρο του. Εξ αυτού του γεγονότος (σχόλια και ανταπαντήσεις) παρήχθη ένας ενδιαφέρων και κόσμιος (κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο, δυστυχώς...) γραπτός διάλογος.
Ακολουθούν, κατά χρονολογική σειρά, όλα τα σχετικά κείμενα.
Ο γνωστός διεθνολόγος Αθανάσιος Πλατιάς, δημοσίευσε μια ενδιαφέρουσα επισκόπηση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής για την παρελθούσα πεντηκονταετία (1974-2024).
Δυστυχώς, όχι μόνον δεν μπορώ να αναιρέσω την απαισιοδοξία που αποπνέει το κείμενο για το μέλλον, αλλά μάλλον θα την ενισχύσω, προσθέτοντας κάποιες παρατηρήσεις σε μια κρίσιμη παράμετρο, που δεν θίγει σε βάθος το άρθρο: την ασυνέπεια υψηλής στρατηγικής και εξοπλιστικής πολιτικής.
Μια αναζωπυρωμένη διαφωνία στον ελλαδικό μικρόκοσμο (που αρέσκεται στον οπαδικό διχασμό, με μικρονοϊκά έως ανύπαρκτα επιχειρήματα), είναι αν ευσταθεί η άποψη πως ο Trump είναι "ανθέλληνας", λόγω των στενών προσωπικών σχέσεών του με τον Ερντογάν.
Κατ' αρχάς, απορρίπτω μετά βδελυγμίας κάθε χαρακτηρισμό "ανθ-/αντι-" ή "φιλο-" για οποιονδήποτε πολιτικό της αλλοδαπής. Η μηδαμινή πολιτική μας παιδεία αποκαλύπτεται από το ότι αδυνατούμε να αντιληφθούμε πως στην πολιτική υπάρχουν μόνο συμφέροντα και κάθε αξιοσέβαστος πολιτικός (πρέπει να) είναι ταγμένος στην υπεράσπιση εκείνων της χώρας του.
Εξοργίστηκα, διαβάζοντας για το περιστατικό με την αναγραφή των ονομάτων των θυμάτων των Τεμπών στην πλατεία Συντάγματος.
Ίσως επειδή εξέλιπαν οι ήρωες, στην εποχή μας, αδυνατούμε να διακρίνουμε την διαφορά των ηρώων από τα θύματα. Το να χάσει κάποιος την ζωή του, παρά την θέλησή του, τον καθιστά βεβαίως συμπαθή (και τους οικείους του, που βιώνουν την απώλεια), αλλά δεν μπορεί να είναι πρότυπο, μόνον εξ αυτής της ιδιότητός του.
Για όσους συναισθάνονται, τα μόνα γραπτά στο Σύνταγμα είναι τα τοπωνύμια όπου εδόθησαν καθοριστικές μάχες για την πορεία του Έθνους.
Το να εξισώνονται τα ονόματα κάποιων αδικοχαμένων παιδιών (που ουδείς αμφισβητεί την τραγικότητα του θανάτου τους) με τους πεσόντες στους εθνικούς πολέμους είναι τουλάχιστον ύβρις και δείγμα απαιδευσίας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Μ. Ανατολή (η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου ήταν η θρυαλλίδα, αλλά προηγήθηκαν δύο άλλα εξίσου σημαντικά - ίσως και σχετιζόμενα - γεγονότα, η απόφαση των G20 για τον εμπορικό δίαυλο IMEC και η παύση της αμερικανικής βοήθειας προς την Αίγυπτο) έχουν θέσει ξανά στο επίκεντρο της προσοχής μας την μακροχρόνια διένεξη Ισραηλινών και Αράβων της Παλαιστίνης.
Στην Ελλάδα, όμως, διακρινόμαστε από μία ευρεία προκατάληψη (αν και μειούμενη, με την πάροδο των ετών) κατά του Ισραήλ, απότοκο ίσως "αριστερίστικων" αντιλήψεων, που κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο εν είδει δογμάτων και της ετεροβαρούς πολιτικής μας στάσεως υπέρ των Αράβων [1], τουλάχιστον μέχρι το 1990.
Χωρίς να υπεισέλθω, λοιπόν, σε ανάλυση των τρεχουσών συνθηκών και εκτίμηση σεναρίων, θα επιχειρήσω να καταγράψω μια αντίθετη οπτική, κάποιους γενικότερους λόγους για τους οποίους το Ισραήλ θα έπρεπε να είναι αξιοζήλευτο και πρότυπο για την Ελλάδα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προτρέπω σε έναν άκρατο μιμητισμό).
Προχθές (24 Απριλίου 2023) ένας διαπρεπής Έλληνας, ο Βασίλειος Μαρκεζίνης, απεβίωσε. Οξύνους, ευρυμαθής, πολυγραφότατος, ευπρεπέστατος και προσιτός, αλλά περιφρονημένος στον ελλαδικό μικρόκοσμο και ανεγνωρισμένος στο εξωτερικό…
(Και μόνο αυτή η διττή αντιμετώπισή του ίσως αρκεί για να θεωρηθεί
ένα σύμβολο του συγχρόνου ελληνισμού, που μεγαλουργεί όταν
απελευθερώνεται από τα δεσμά του κρατικού ελλαδισμού!)
Το ίδιο περιφρονημένος, ωστόσο, υπήρξε και ο πατέρας του, Σπυρίδων, αν και εκ των ευφυεστέρων και πλέον πεπαιδευμένων πολιτικών ανδρών της συγχρόνου Ελλάδος. [*]
Και αν η αιωνία μνήμη είναι εν πολλοίς εξασφαλισμένη στον Βασίλειο Μαρκεζίνη, λόγω της ευρείας διαδόσεως του επιστημονικού του έργου, της παγκοσμίου απηχήσεώς του και της οπτικοακουστικής καταγραφής πολλών ομιλιών του, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον πατέρα του, η ιστορική συγγραφή του οποίου απαντάται πλέον κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία...
Επειδή, λοιπόν, το αληθινό νόημα των μνημοσύνων είναι να ωφελούμαστε από τις παρακαταθήκες των μνημονευομένων, σκέφθηκα να αναρτήσω ένα πολύ σημαντικό, διαχρονικό (και ενδεικτικό της σκέψεως του ανδρός) κείμενο του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη: την εισαγωγή του στο μνημειώδες πόνημά του "Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος".
Τί πιο κοινότυπο, μετά από μια τραγωδία του μεγέθους του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών, να αναζητούμε τους υπευθύνους. Και τί πιο σύνηθες, για εμάς τους Έλληνες, πάντα να πρέπει να ευθύνεται κάποιος τρίτος, εκτός από τον εαυτό μας!
Θα αποφύγω να ασχοληθώ με την προσπάθεια προσδιορισμού των αιτίων του δυστυχήματος, καθώς αυτή είναι μια απαιτητική διαδικασία, που βασίζεται σε προσεκτική και εξειδικευμένη έρευνα πολλών δεδομένων και δεν είναι δυνατόν να εκφέρουμε γνώμες για τόσο σοβαρά θέματα χωρίς γνώσεις και στοιχεία (ειρήσθω εν παρόδω ότι η επιλεκτική διαρροή στοιχείων της ερευνητικής διαδικασίας είναι ανεπίτρεπτη και θα έπρεπε να τιμωρείται παραδειγματικώς!).
Θα ήθελα να τονίσω μόνον, ότι τέτοιας κλίμακος συμβάντα σπανίως οφείλονται σε μοναδική αιτία, αλλά προκαλούνται από ατυχή συνδυασμό πολλών αστοχιών. Καλό θα ήταν, λοιπόν, να μην επιδοθούμε στην επιλογή βολικών εξιλαστηρίων θυμάτων.
Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό, ωστόσο, να σχολιάσω την κοινωνική οργή και αντίδραση που προέκυψε ως απόρροια του θλιβερού γεγονότος, κυρίως όταν επιχειρείται να αποδοθούν σε αυτήν χαρακτηριστικά εναντιώσεως στην κακή λειτουργία του κρατικού μηχανισμού.
Προσφάτως απέκτησα το εμβληματικό έργο του αειμνήστου Νεοκλέους Σαρρή "Η άλλη πλευρά", που μελετά την εξέλιξη του κυπριακού ζητήματος μέσα από τουρκικές πηγές.
Μία από τις πλέον αξιομνημόνευτες συνεισφορές του πονήματος στην ιστορία και την πολιτική είναι η μετάφραση και παρουσίαση για πρώτη φορά στο ελληνόφωνο κοινό των περιβοήτων εκθέσεων του Τούρκου καθηγητή Nihat Erim [1], για την στρατηγική που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Τουρκία όσον αφορά την Κύπρο.
Οι εκθέσεις αυτές, τόσο λόγω του περιεχομένου τους, όσο και του τρόπου που συνετάχθησαν, καθώς και της απηχήσεως που απέκτησαν στην τουρκική πολιτική είναι αποκαλυπτικές για τον τρόπο που σκέπτεται και ενεργεί η "άλλη πλευρά". Και αν επιθυμούμε να έχουμε πιθανότητες επιτυχούς αντιμετωπίσεως της τουρκικής απειλής, επιβάλλεται πρωτίστως να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε τον τρόπο διαμορφώσεως στρατηγικής της Τουρκίας και τις πρακτικές της.
Μετά την παρέλευση και του τεσσαρακονθημέρου μνημοσύνου για τον τέως βασιλέα της Ελλάδος, θα ήθελα να σχολιάσω, εξ αφορμής του θανάτου αυτού, την σχέση μας (ως συλλογικού υποκειμένου) με το παρελθόν.
Ο θάνατος και οι διαβουλεύσεις για το είδος της κηδείας του βασιλέως Κωνσταντίνου Β΄ ανέδειξαν πάλι φοβίες, παραλογισμούς και φανατισμούς που δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα ενός συγχρόνου λαού (και κράτους), ο οποίος θα έπρεπε να μεριμνά για το μέλλον του, έχοντας λογαριαστεί με την ιστορία του. Αλλά μάλλον το τελευταίο αποφεύγεται συστηματικώς και καταλήγει τροχοπέδη για την ουσιαστική μας πρόοδο...
Ας εξετάσουμε κάποια επί μέρους ζητήματα. Διευκρινίζω ότι δεν με αφορά η αποτίμηση της πορείας του μεταστάντος [1], αλλά το πώς και γιατί αντιμετωπίσαμε με συγκεκριμένο τρόπο τον ίδιο, τόσο εν ζωή, όσο και στον θάνατό του.
Το τελευταίο χρονικό διάστημα ο εν Ελλάδι πολιτικός βίος έχει δηλητηριαστεί από μια ακατάσχετη σκανδαλολογία, με πλέον προβεβλημένο θέμα τους ισχυρισμούς για εκτεταμένες παρακολουθήσεις θεσμικών προσώπων, εκτός νομίμων διαδικασιών.
Ως προκαταρκτικό σχόλιο θα κατέφευγα σε μια φράση που συχνάκις επανελάμβανε ο (παρεξηγημένος και από πολλές πλευρές συκοφαντηθείς) Στέλιος Παπαθεμελής: "όπου υπάρχει έλλειμμα επιχειρημάτων παρατηρείται περίσσεια ύβρεων". Συνεκδοχικώς, όταν το επίπεδο των πολιτικών μας αντιπροσώπων είναι τέτοιο, που αδυνατούν να αρθρώσουν ουσιώδη πολιτικό λόγο και να αντιληφθούν ακόμη την ουσία της πολιτικής, η καταφυγή στην σκανδαλολογία είναι αναμενόμενη. Με πολλούς νοσταλγούς και επιδόξους μιμητές του "αυριανισμού", που παριστάνουν τους δημοσιογράφους [1], να είναι πρόθυμοι να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στις κομματικές φατρίες...
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, δεν θα αφιέρωνα χρόνο και φαιά ουσία για να σχολιάσω τα όσα συμβαίνουν, αν η περιρρέουσα ρητορική δεν εξελισσόταν σε απειλή για την εθνική ασφάλεια και το κύρος θεσμών, όπως οι ένοπλες δυνάμεις, που χαίρουν ευρύτατης κοινωνικής αποδοχής. Διότι το πρωτοφανές, στην εν λόγω περίπτωση, είναι πως οι αναφορές σε σκάνδαλα δεν περιορίζονται στον κομματικό βούρκο, παρά επιχειρείται εμπλοκή και των ενόπλων δυνάμεων και μάλιστα εν μέσω κρίσιμης περιόδου για τα ελληνοτουρκικά! Και είναι κρίμα να οπισθοδρομήσουμε σε τέτοιες θλιβερές και επικίνδυνες καταστάσεις, όταν, από τα Ίμια και εφεξής, κατορθώσαμε τουλάχιστον να μείνουν οι ένοπλες δυνάμεις στο απυρόβλητο του επικοινωνιακού πολέμου των κομμάτων [2].
[ Ενημερώθηκε στις 07/10/2022, με προσθήκη παραπομπής σε μελέτη της CIA (1983) για ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο. ]
Κατά την σύγκρουση της ΕΣΣΔ με την υπερέχουσα, στο τεχνολογικό πεδίο, Γερμανία, στον ΒΠΠ, βρήκε εφαρμογή η αποδιδόμενη στον Στάλιν έκφραση "η ποσότητα έχει την δική της ποιότητα".
Ωστόσο, οι ασύμμετρες συγκρούσεις του 21ου αιώνος και η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος μάς έκαναν να λησμονήσουμε αυτήν την αρχή, την οποία ήλθε να υπενθυμίσει με εμφατικό τρόπο η πολεμική αναμέτρηση στην Ουκρανία. Μια παρατεταμένη σύρραξη υψηλής εντάσεως, μεταξύ κρατών (ομοίων υποκειμένων του διεθνούς συστήματος) με συγκρίσιμη ισχύ.
Σταχυολόγηση αποσπασμάτων διαχρονικής σοφίας από το έργο του σπουδαίου Αθηναίου.
Όταν συνέτασσα το άρθρο μου για την ουκρανική κρίση, παρέπεμψα - μεταξύ άλλων - σε προγενέστερες κρίσεις Αμερικανών αξιωματούχων, με εκείνην του καθηγητή διεθνών σχέσεων John Mearsheimer σε άρθρο του "Foreign Affairs", το 2014, να έχει δεσπόζουσα θέση.
Αγνοούσα, όμως, την πρόσφατη (01/03/2022) συνέντευξή του στο περιοδικό "New Yorker", όπου, εκτός από μια ανασκόπηση των παλαιών θέσεών του, προβαίνει σε κάποιες εκτιμήσεις για την εξέλιξη της κρίσεως αλλά και μια γενικότερη κριτική της αμερικανικής μεταψυχροπολεμικής εξωτερικής πολιτικής.
Η συνέντευξη αυτή είναι η επιτομή της θουκυδιδείου αντιλήψεως για τον κόσμο και αξίζει να μελετηθεί εν όλω και εις βάθος. Ακολούθως αποδίδεται στα ελληνικά μια σύνοψη των κυριοτέρων θέσεών της (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου, όπως και οι επικεφαλίδες των ενοτήτων που, εν πολλοίς, υποκαθιστούν τις ερωτήσεις του δημοσιογράφου Isaac Chotiner).
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου, υπήρξε το ερέθισμα για την αφύπνιση ψυχροπολεμικών συνδρόμων και πρακτικών. Το πιο απαισιόδοξο σύμπτωμα, που παρατηρώ, είναι οι μανιχαϊστικές ερμηνείες των γεγονότων, στον απλοϊκό άξονα καλού-κακού.
Ελλείψει σφαιρικής ενημερώσεως για τις τρέχουσες εξελίξεις, καθώς οι πηγές είναι περιορισμένες, ελεγχόμενες και φιλτραριζόμενες, σε αμφότερες τις πλευρές, θα επιχειρήσω μια γενικότερη προσέγγιση.
Προφανώς και ένα τέτοιο πολυσύνθετο ζήτημα δεν είναι δυνατόν να εξαντληθεί στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου, αλλά ευελπιστώ να φωτίσω κάποιες πτυχές του που δεν έχουν αναδειχθεί από την κυρίαρχη οπτική των ΜΜΕ.
[ Το κείμενο ενημερώθηκε στις 14/02/2022, κατόπιν εποικοδομητικής ανταλλαγής απόψεων με τον "Βελισάριο", διαχειριστή του ομωνύμου ιστολογίου, τον οποίον και ευχαριστώ θερμότατα. Οι φράσεις με ερυθρή γραφή είναι αμιγείς δικές του επισημάνσεις, που συμπληρώνουν το πνεύμα και τους στόχους του δικού μου κειμένου. ]
Στην ελληνική ιστορία σπανίζουν οι περίοδοι ηρεμίας. Στην ταραχώδη διαχρονία μας έχουμε καταγάγει περηφανείς νίκες, αλλά και υποστεί ολέθριες ήττες.
Πώς, όμως, αντιμετωπίζουμε και προσλαμβάνουμε αυτές τις καθοριστικές για την πορεία μας στιγμές του παρελθόντος μας; Συνήθως κυριαρχεί ο συναισθηματισμός. Τις μεν επιτυχίες μας αρεσκόμαστε να τις θαυμάζουμε, περιοριζόμενοι στο ηρωικό τους σκέλος (επ' αυτού είχα αναφερθεί σε προηγηθέν άρθρο μου, με αφορμή την επέτειο της 28ης/10). Τις δε αποτυχίες μας προσπαθούμε να τις εξορκίσουμε και είθισται να τις αποδίδουμε σε κάποια διεθνή συμπαιγνία εναντίον μας, σε προδοσία, η σε υπερτέρους εξωγενείς παράγοντες.
Είδος εν ανεπαρκεία, δυστυχώς, είναι η εις βάθος λογική επεξεργασία και ανάλυση των γεγονότων, προκειμένου να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για την προσαρμογή μας σε πιθανές παρόμοιες μελλοντικές καταστάσεις. Πώς προέκυψαν οι θρίαμβοί μας; Μπορούσαμε να τους γιγαντώσουμε περισσότερο; Υπήρχε δυνατότητα να αποφευχθούν οι καταστροφές μας; Ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα, αφού δεν τίθενται καν στον δημόσιο λόγο!
Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν, απετέλεσε η προσπάθεια του διεθνολόγου κ. Νικολάου Παούνη να αναλύσει εκτενώς, υπό πρίσμα λογικής και ψυχραιμίας, την κρίση των Ιμίων. Εξέδωσε τα συμπεράσματά του, το 2013, στο τιτλοφορούμενο "Ίμια 1996" βιβλίο, Ωστόσο, η σύνοψη, το 2017, του βιβλίου σε σχετική μελέτη (για λογαριασμό του ΕΛΙΑΜΕΠ), με έμφαση στον στρατιωτικό κλάδο και την ισορροπία δυνάμεων, δεν νομίζω ότι δικαιώνει τις προσδοκίες για ωρίμανση της αναλυτικής μας νοοτροπίας, τουναντίον βρίθει απλουστεύσεων.
Επιθυμώντας να συνεισφέρω στην ορθολογική αποτίμηση των συμβεβηκότων του 1996, θα καταθέσω κάποιες παρατηρήσεις στην εν λόγω μελέτη.
Αναντιρρήτως, η παρελθούσα Τετάρτη 19/1 υπήρξε ιδιαίτερη ημέρα, λόγω της ελεύσεως των 6 πρώτων μαχητικών αεροσκαφών Rafale, τα οποία μαζί με άλλα 18, που έπονται, θα συγκροτήσουν μία πλήρη πολεμική μοίρα (332).
Ακολούθως, θα προσπαθήσω να αποδείξω την ιστορικότητα αυτής της ημέρας, προσπαθώντας να αναδείξω την ουσία του ζητήματος, αποφλοιώνοντάς την από τις ένθεν κακείθεν υπερβολές, που κυριάρχησαν, τις τελευταίες ημέρες, στον δημόσιο λόγο.
Το θεμελιώδες ερώτημα είναι ποιά η αναμενόμενη συνεισφορά των Rafale
στην εθνική άμυνα και αν άξιζε μια τέτοια επένδυση, από απόψεως λόγου
κόστους/οφέλους.
Αναντιρρήτως, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις, διεθνώς, της παρελθούσης εβδομάδος, ήταν η πολυσκελής ελληνογαλλική συμφωνία της 28ης Σεπτεμβρίου.
Πριν σχολιάσουμε, όμως, την επικαιρότητα, αξίζει μία σύντομη αναδρομή σε κάποιες λησμονημένες λεπτομέρειες της ιστορίας, που θα μας βοηθήσουν στην ερμηνεία των τωρινών συμβάντων και ενδεχομένως τους δώσουν μια άλλη διάσταση.